fukuru

Happy people have no stories!

Friday, April 18, 2008

Λέξη

Φοράει ένα φόρεμα σε ανοιχτό πράσινο. Απλά κάθεται και χαμογελάει κοιτώντας ψηλά τον ήλιο. Κλείνει τις παλάμες των χεριών της και τον ρωτάει αν θα ήθελε να δει τί κρύβει... Αν αυτός είναι ο λόγος που γελάς θα ήθελα να το δω οπωσδήποτε. Χαμογελάει ακόμη πιο έντονα και αλλάζει το χρώμα του φορέματος σε γαλάζιο. Όταν σε βρω θα στο δείξω. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κρατήσω μυστικό.

Θυμάται μόνο τα απλά λόγια και το άρωμα. Χαμογελάει όταν σκέφτεται τι θα πρέπει να του πει… Θα τον δει ποτέ ξανά με τα ίδια μάτια; Κάποτε τα είχε καλύψει με την παλάμη της για να κρύψει τον ήλιο από πίσω του, να μπορέσει να δει περισσότερα από την φιγούρα του. Το φόρεμα άνθισε στη μέση και στο στήθος της. Κόκκινα τριαντάφυλλα πάνω σε λευκό φόρεμα. Εκείνη δεν σταμάτησε να κοιτάει τις κλειστές παλάμες της και να σκέφτεται, να θυμάται, να ονειρεύεται, να χαμογελάει.

Μετά από ώρα κοίταξε μπροστά στον ωκεανό. Έβλεπε ένα γαλάζιο παντού, θάλασσα και ουρανός. Έβαλε τα πόδια της ακόμη πιο βαθιά μέσα στην άμμο. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Σηκώθηκε προσεκτικά, τα λουλούδια πέσανε στα γόνατα της, στην άκρη του φορέματος. Άλλαξε το χρώμα σε διάφορους πορτοκαλί τόνους, βρήκε τον σωστό και τίναξε τα λουλούδια στην άμμο. Προχώρησε λίγο και σταμάτησε... γύρισε και τον είδε να κάθεται, να την κοιτά και να περιμένει. Ίσα που μπορούσε να τον διακρίνει αλλά ήξερε ποιός ήταν. Το φόρεμα κόκκινο, αυτός σκοτεινός.

Ήθελε να γράψει πέντε λέξεις να της πει... Γι’αυτό αγόρασε ένα μικρό μπλοκάκι σημειώσεων με ένα μολύβι. Περισσότερο έκανε αφηρημένα σχέδια παρά λέξεις. Δεν σκέφτηκε ποτέ αυτά που θα της έλεγε. Στα σοβαρά τώρα, σκέφτηκε, πρέπει να ξέρω τί θα πω. Έγραφε και έσβηνε, έγραφε έσβηνε, έσκιζε την σελίδα... Κλεισμένος στο δωμάτιο προσπαθούσε να κυνηγήσει τη μούσα του. Άπλωνε το χέρι στο μπουκάλι και κατέβαζε γερές γουλιές. Εδώ και 3 μέρες το ίδιο σκηνικό, ποτό, γράψιμο, ύπνος. Κανένα αποτέλεσμα.

Ξύπνησε, κοίταξε το ρολόι και σηκώθηκε. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Κίνηση, κόσμος, φασαρία. Επέστρεψε μέσα και έκλεισε τις κουρτίνες. Κοίταξε τα πόδια του. Τότε είδε για πρώτη φορά την σκιά του. Τον είχε καλύψει μέχρι το γόνατο. Σήκωσε το πόδι του αλλά δεν μπόρεσε να το δει καλύτερα. Τράβηξε τις κουρτίνες, άναψε τα φώτα όμως όπου και να πήγαινε τα πόδια του καλύπτονταν απ’τη σκιά του. Έκανε μπάνιο, κάτι που κάθε ηλίθιος πανικόβλητος θα έκανε. Φυσικά και δεν κατάφερε τίποτα... Έπειτα έκανε το δεύτερο πράγμα που θα έκανε ένας ηλίθιος πανικόβλητος. Κοιμήθηκε. Προσπάθησε δηλαδή, χωρίς αποτέλεσμα... Άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε κάτι χάπια. Όταν ξύπνησε είχε καλυφθεί πλέον ως το στέρνο του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που γινόταν... όχι τώρα!

Είχαν περάσει ήδη δύο μέρες και πλέον ήταν εντελώς σκοτεινός. Δεν μπορούσε να βγεί έξω έτσι. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει να τον δουν έτσι. Εδώ δεν μπορούσε ο ίδιος να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Όμως έπρεπε να βγει, ειδικά σήμερα. Σκεφτόταν μόνο εκείνη πλέον προσπαθώντας να μείνει στην πραγματικότητα. Είχε δημιουργήσει παράλληλες σκέψεις, όπου έβγαινε στον κόσμο και πήγαινε να την βρεί. Όπου ερχόταν στο σπίτι του εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλα αυτά ήταν σίγουρος ότι σε κάποια παράλληλη πραγματικότητα θα έχουν ήδη γίνει. Αυτός είχε διαλέξει να κατοικεί στην συγκεκριμένη μίζερη, επίπονη, καταθλιπτική και πλέον σκοτεινή ζωή του.

Εδώ κάπου έβλεπε την γραμμή που είχε τραβήξει πιο παλιά για τον εαυτό του. Σηκώθηκε πήρε το μπλοκάκι στα χέρια του και έγραψε τρεις φορές την ίδια λέξη. Φως, φως, φως. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για τη θάλασσα. Θυμήθηκε πού θα ήταν αυτή και απο μακριά σχεδόν την έβλεπε. Μέσα στο άπλετο φως, στο κόκκινο της φόρεμα, να χαμογελάει και να σβήνει το σκοτάδι καθώς αυτός την πλησίασε.

2 Comments:

Blogger Jane E. said...

αμέιζινγκ γιου νόου...

21 April, 2008 01:13  
Blogger Giorugosu said...

Αϊ θινκ αϊ νόου...
μένι θενκς σούγκαρ!

21 April, 2008 15:04  

Post a Comment

<< Home